ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑΣ

Ο Πολιτιστικός Χάρτης του Ταύρου αποτελεί μια οργανωμένη προσπάθεια χαρτογράφησης της ιστορίας —κοινωνικής, οικιστικής και πολιτισμικής— του Ταύρου. Στόχος είναι η διατήρηση της συλλογικής μνήμης και της κοινωνικής ταυτότητας της περιοχής, η οποία εξελίχθηκε από προσφυγικός συνοικισμός με έντονη βιομηχανική-βιοτεχνική δραστηριότητα σε μια σύγχρονη αστική περιοχή, όπου τα ίχνη του παρελθόντος συνυπάρχουν με το παρόν και αφηγούνται την πλούσια ιστορία της.
Για τον σκοπό της δημιουργίας του Πολιτιστικού Χάρτη τοποθετήθηκαν, σε αυτή την πρώτη φάση, 21 τοπόσημα σε όλη την έκταση του Ταύρου. Κάθε τοπόσημο αφηγείται την ιστορία του συγκεκριμένου σημείου, ενώ όλα μαζί συνθέτουν την κοινωνική, οικιστική και πολιτισμική εξέλιξη της περιοχής: από την εγκατάσταση των προσφύγων, τη μετονομασία της από Νέα Σφαγεία σε Ταύρο και την απόσπασή της από το Δήμο Αθηναίων, έως την κατασκευή των συγκροτημάτων κοινωνικής κατοικίας και τη διοικητική συνένωση με το Μοσχάτο σε ενιαίο Δήμο.
Βασικές πηγές για τη δημιουργία του Πολιτιστικού Χάρτη, πέρα από τα βιβλία του πρώην Δημάρχου Ταύρου Δημήτρη Σούτου, αποτέλεσαν οι προφορικές μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής. Οι αφηγήσεις αυτές συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της ποιοτικής έρευνας μέσω συνεντεύξεων, που διενέργησα, με κατοίκους του Ταύρου, το διάστημα Απρίλιος 2016 έως Μάιος 2017, στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής που εκπόνησα στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, με επιβλέποντα καθηγητή τον Θωμά Μαλούτα.
Η αφήγηση ξεκινά από τις αρχές του 20ού αιώνα —αναγνωρίζοντας ότι και πριν από αυτή την περίοδο η περιοχή είχε ιστορική σημασία— ωστόσο η Μικρασιατική Καταστροφή, η εγκατάσταση των προσφύγων στον Ταύρο και οι μεταγενέστερες εισροές εσωτερικών μεταναστών κατά τη Μεταπολεμική περίοδο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική-οικιστική εξέλιξη της περιοχής και τη μετατροπή της σε σημαντικό κέντρο βιομηχανικής-βιοτεχνικής ανάπτυξης.
Τα τοπόσημα που τοποθετήθηκαν δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική-οικιστική ιστορία του Ταύρου. Ενδεικτικά, στη θέση των παραπηγμάτων της παραγκούπολης της «Παναγίτσας» και των «Γερμανικών» καθώς και στην έκταση του ορφανοτροφείου Χατζηκώστα, που περιήλθε στο Δημόσιο ύστερα από απαλλοτρίωση, το Υπουργείο Πρόνοιας ανέγειρε, από τη δεκαετία του 1950 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας για τη στέγαση των προσφύγων και των εσωτερικών μεταναστών που κατοικούσαν σε παραπήγματα.
Άλλα τοπόσημα που αφηγούνται την οικιστική ιστορία της περιοχής είναι οι πρώην φυλακές Συγγρού και οι εργατικές πολυκατοικίες που ανεγέρθηκαν στην έκταση αυτή, οι πρώτες προσφυγικές πολυκατοικίες, η ιστορική ανάπλαση του Ο.Τ.1Γ και ο κοινωνικός της χαρακτήρας, καθώς και οι εργατικές πολυκατοικίες του ΟΕΚ, που αποτελούν το τελευταίο συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας που κατασκευάστηκε στον Ταύρο. Επιπλέον τοποθετήθηκαν τοπόσημα ενδεικτικά της κοινωνικής και πολιτιστικής ιστορίας του Ταύρου όπως: τα Δημοτικά Σφαγεία και το ζήτημα της επαναξιοποίησης της έκτασης μετά την παύση λειτουργίας τους, το μνημείο που τιμά τη συμμετοχή Ελλήνων Τσιγγάνων στην Εθνική Αντίσταση, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις «Ταύρεια», το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, η τοπική ποδοσφαιρική ομάδα του Ταύρου «Φωστήρας», καθώς και οι λατρευτικοί χώροι, όπως ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ο άτυπος λατρευτικός χώρος της κοινότητας των Ινδών Σιχ.
Στόχος είναι σε επόμενη φάση, να τοποθετηθούν και άλλα τοπόσημα που να αναδεικνύουν τις σημαντικότερες βιομηχανίες-βιοτεχνίες της περιοχής, τη δράση κατοίκων του Ταύρου στην Εθνική Αντίσταση καθώς και τοπόσημα που συνδέονται με τη νεότερη ιστορία της περιοχής, όπως το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, ενδεικτικό της πολιτισμικής στροφής της γειτονιάς αλλά και το Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεματικής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, του οποίου τα άλλα 3 Τμήματα εδράζονται στην Καλλιθέα.
Κλείνοντας, η αφήγηση της ιστορίας «από τα κάτω», δίνει το λόγο στους απλούς ανθρώπους που έζησαν και διαμόρφωσαν τον Ταύρο. Η συγκυρία αυτή της δημιουργίας του Πολιτιστικού Χάρτη του Ταύρου, πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, μου δίνει τη δυνατότητα να επιστρέψω στην περιοχή και στους κατοίκους της τη γνώση που απέκτησα μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες που συνέλεξα.
Νικολίνα Μυωφά