Στον Ταύρο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, άρχισαν να εισρέουν εσωτερικοί μετανάστες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας λόγω του Εμφυλίου πολέμου και της ανάγκης εύρεσης εργασίας. Άλλωστε, στην περιοχή υπήρχαν τα Δημοτικά Σφαγεία, καθώς και αρκετές βιοτεχνίες όπου μπορούσαν οι νεοαφιχθέντες πληθυσμοί να απασχοληθούν.
Οι εσωτερικοί μετανάστες που δεν διέθεταν την οικονομική δυνατότητα να εγκατασταθούν αλλού αναζητούσαν στέγη είτε στην εγκαταλελειμμένη έκταση των πρώην Φυλακών Συγγρού είτε στα παραπήγματα που είχαν κατασκευαστεί για τη στέγαση των Μικρασιατών προσφύγων στον Ταύρο. Από το 1945 εγκαταστάθηκαν στον χώρο των πρώην φυλακών, καταλαμβάνοντας τα υφιστάμενα εγκαταλελειμμένα κτίσματα (κελιά) ή κατασκευάζοντας μόνοι τους πρόχειρες κατοικίες. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, στον χώρο αυτό διέμεναν περισσότερες από 200 οικογένειες (Σούτος, 1983, 211).
Οι οικιστές των πρώην Φυλακών «ήτανε άνθρωποι που είχανε φύγει τότε με τον Εμφύλιο πόλεμο και είχανε έρθει από τα χωριά και είχανε εγκατασταθεί μέσα στις Φυλακές Συγγρού, οι οποίες, βέβαια, είχαν καταστραφεί στην ουσία και είχαν γίνει μικρά-μικρά σπιτάκια […]» (Δ. Σούτος πρώην Δήμαρχος Ταύρου, συνέντευξη 28/09/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).


Εδώ ήταν οι φυλακές του Συγγρού οι οποίες βομβαρδιστήκανε το ‘40 γίνηκαν όλο τρύπες απ’ έξω και φύγανε οι κρατούμενοι, όλοι. Και αυτό έμεινε, οι φυλακές με τα προαύλια […] Και κάθε άνθρωπος που δεν μπορούσε να βρει στέγη ερχότανε μέσα στις φυλακές, έφτιαχνε το δικό του κομμάτι ε, το σοβάντιζε, το ‘φτιαχνε και το ‘κανε σπίτι του! […] Έγινε συνοικία. Όλη αυτή η φυλακή κατακλίστηκε από ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν το νοίκι τους και μπήκανε μέσα εκεί (Σπυριδούλα, συνέντευξη 6/10/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).
Ο πατέρας μου μετά τον πόλεμο, κυνηγημένος, γιατί ήταν αντιστασιακός, έφυγε από το χωριό του και ήρθε και εγκαταστάθηκε εδώ στον Ταύρο. […] Υπήρχαν κάποιες φυλακές, λεγόντουσαν Συγγρού. Είχανε πάρει τους κρατούμενους και είχαν μείνει τα κελιά άδεια. Ήρθε ο μπαμπάς μου και έπιασε ένα κελί (Αμαλία, συνέντευξη 8/04/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).
