Παραγκούπολη της “Παναγίτσας” – “Γερμανικά” παραπήγματα

Η εγκατάσταση των προσφύγων του 1922 στην παραγκούπολη της «Παναγίτσας» και στα «Γερμανικά» παραπήγματα

Η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες στον Ταύρο πιο πριν ήταν ακατοίκητη.  Όπως αναφέρει ο Σούτος (1983, 105), «στην περιοχή αυτή, ανάμεσα στην Αθήνα και στον Πειραιά, τη γεμάτη από λάσπες και χωράφια σπαρμένα [….] ήλθαν να εγκατασταθούν οι πρώτοι κάτοικοί της, άνθρωποι δυστυχισμένοι και κυνηγημένοι, ξεριζωμένοι από τα πάτρια εδάφη τους»

Οι γηγενείς κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής θεωρούσαν τους πρόσφυγες «ξένους» και τους αποκαλούσαν υποτιμητικά «τουρκόσπορους». Οι πρόγονοι κατοίκων του Ταύρου είχαν αφηγηθεί τα ακόλουθα σχετικά με τον τρόπο που τους είχαν υποδεχθεί οι γηγενείς, της ευρύτερης περιοχής: 

Η μεγαλύτερη δυσκολία τους […] ήτανε ότι […] υπήρχανε κάποιοι μόνιμοι κάτοικοι του Ταύρου και είχανε μεγάλο θέμα με τους πρόσφυγες. Τότε, ας πούμε, τους αποκαλούσαν «Τουρκόσπορους» και υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός […] ότι «δεν ήσαστε Έλληνες»! (Αθηνά, συνέντευξη 13/05/2017 στη Νικολίνα Μυωφά).

Η εγκατάσταση των προσφύγων που κατέφθασαν στην περιοχή ξεκίνησε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1927 έγινε κυρίως σε παραπήγματα που κατασκεύασε είτε το κράτος, είτε οι ίδιοι οι πρόσφυγες με αυτοστέγαση (με προσωπική εργασία). Οι επιμέρους περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες χωρίζονταν με βάση τις εγκαταστάσεις αλλά και τις εκκλησίες που υπήρχαν εκεί. Έτσι προέκυψαν οι περιοχές: παραγκούπολη της «Παναγίτσας»,  κοντά στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και «Γερμανικά» παραπήγματα ή περιοχή Αγίου Γεωργίου (Κάτω Νέα Σφαγεία).

H παραγκούπολη της «Παναγίτσας» βρισκόταν σε έκταση νοτιοανατολικά της οδού Πειραιώς ενώ τα «Γερμανικά» παραπήγματα, χωροθετούνταν σε έκταση βορειοδυτικά της οδού Πειραιώς. Οι δύο αυτές περιοχές, όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες, αποτελούσαν τις λεγόμενες «εθνικές γαίες», οι οποίες με την ίδρυση του νεοελληνικού Κράτους το 1827 περιήλθαν στη δικαιοδοσία του. Ανήκαν, λοιπόν, στο Δημόσιο, το οποίο τις παραχώρησε στους Μικρασιάτες πρόσφυγες για να στεγαστούν (Σούτος, 1983).

Η πρώτη εγκατάσταση των προσφύγων έγινε στην παραγκούπολη της «Παναγίτσας» με αυτοστέγαση. Τα βασικά υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν πλίνθες, ενώ για τις στέγες πισσόχαρτο και τσίγκος

Σου λέει, «σε αυτή την έκταση κάντε ότι θέλετε!» και έτσι κατοικήσανε, ο ένας δίπλα στον άλλονα. Αλλά τα κτίσματα τα χτίσανε μόνοι τους! Με κεραμίδια από πάνω. Όχι με σκηνές και τέτοια! Δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα! Με πλίθρες, χτισμένα, σοβατισμένα όλα! […] Τις μετονομάσαν παράγκες, αλλά δεν ήταν, ήταν χτίσματα με πλίθρες.[…] (Δέσποινα, συνέντευξη 5/10/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).

Την περίοδο 1925-1927 ακολούθησε η εγκατάσταση στα «Γερμανικά», που ήταν πιο οργανωμένη ενώ οι κατασκευές ήταν καλύτερες. Τα «Γερμανικά» ήταν προκατασκευασμένοι ξύλινοι οικίσκοι που δόθηκαν ως αποζημίωση από τη Γερμανία για τις καταστροφές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως αναφέρει ο Σούτος, «μεταφέρθηκαν σαν ξύλινα τεμάχια και συναρμολογήθηκαν εδώ, αφού προηγούμενα κτίστηκε ένας χαμηλός τοίχος, ύψους πενήντα πόντων από το έδαφος» (Σούτος, 1983, 109). Ωστόσο σύμφωνα με κατοίκους του Ταύρου, οι συνθήκες στέγασης στα «Γερμανικά» ήταν πολύ καλύτερες σε αντίθεση με τις αντίστοιχες στην παραγκούπολη  της «Παναγίτσας».

Αυτά εδώ πέρα, συγκεκριμένα, τα «Γερμανικά» επειδή ήτανε λυόμενα δόθηκε σαν αποζημίωση για τις ζημιές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Γερμανία.[…] Οι παράγκες του «Αγίου Γεωργίου» ξεχώριζαν από τις άλλες παράγκες επειδή είχανε αυτό το κατασκευαστικό πλεονέκτημα και γι’ αυτό ήτανε και πιο περιποιημένες, πιο καθαρές και δεν είχανε πάρα πολύ λάσπη όσο είχαν της Παναγίτσας (Απόστολος, συνέντευξη 13/04/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).

Παρά τις δυσκολίες συνθήκες στέγασης στις παραγκουπόλεις η αλληλεγγύη χαρακτήριζε τις σχέσεις των κατοίκων, οι οποίες ήταν παρόμοιες με αυτές της ζωής στο χωριό.

Ήτανε ζωντανές γειτονιές! Ήτανε ζωντανές γειτονιές! Και έχει να κάνει βέβαια το ότι η περιοχή ήταν και εργατούπολη και είχε και πολύ προσφυγικό στοιχείο. Έτσι; Πολύ προσφυγικό στοιχείο, το οποίο παίζει ρόλο, αφήνει τη στάμπα του! Αυτό το ανοιχτό των προσφύγων, ας πούμε, η κοινωνικότητα, οι σχέσεις τους με τη μουσική (Γιώργος, συνέντευξη 5/05/2017 στη Νικολίνα Μυωφά).