Τα Δημοτικά Σφαγεία ως ο τόπος εργασίας των κατοίκων του Ταύρου και το ζήτημα της επαναξιοποίησης της έκτασης μετά την παύση λειτουργίας των Σφαγείων

Τα Δημοτικά Σφαγεία Αθηνών οικοδομήθηκαν το 1916, επι δημαρχίας Εμμανουήλ Μπενάκη, στην περιοχή του Ταύρου, η οποία έως το 1933 ανήκε διοικητικά στον Δήμο Αθηναίων. Απασχολούσαν την πλειοψηφία των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και αργότερα, αποτέλεσαν χώρο εργασίας για τους εσωτερικούς μετανάστες που άρχισαν να εισρέουν στον Ταύρο από τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Τα Σφαγεία συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη του Ταύρου, καθώς αποτέλεσαν το βασικό οικονομικό πόρο και την κύρια επαγγελματική διέξοδο για τους κατοίκους της περιοχής.

Τότε, το 1922, υπήρχανε τα Σφαγεία, μου είχε πει ο μπαμπάς μου… επί της Πειραιώς. Όλοι οι Μικρασιάτες δουλέψαν εκεί πέρα. Ζήσανε χιλιάδες οικογένειες από αυτά τα Σφαγεία, χιλιάδες οικογένειες! […] Ο μπαμπάς μου και οι θείοι μου δούλευαν στα Σφαγεία, η μαμά μου δούλευε στα δέρματα τότε (Δέσποινα, συνέντευξη 5/10/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).

Τα Δημοτικά Σφαγεία τα θυμάμαι. «Έφαγε ο κόσμος ψωμάκι» μέσα! Γι’ αυτό σου είπα είναι βιομηχανική περιοχή ο Ταύρος. Τράβαγε εργαζόμενους! […] (Δήμητρα, συνέντευξη 13/07/2016 στη Νικολίνα Μυωφά).

Ωστόσο, εκτός από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε στον Ταύρο η λειτουργία των Σφαγείων, υπήρχαν και μειονεκτήματα που σχετίζονταν με ζητήματα υγιεινής, αλλά και με την ασφάλεια των εργαζομένων,.

Τα Δημοτικά Σφαγεία άρχισαν να εγκαταλείπονται σταδιακά από το 1966–1967 και έκλεισαν οριστικά το 1968 (Σούτος, 1983). Ωστόσο, με την παύση της λειτουργίας τους προέκυψε ζήτημα σχετικά με την επαναξιοποίηση της έκτασης. Για το Δήμο Αθηναίων η έκταση υπαγόταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του, θέση που συνδέεται με το γεγονός ότι τα Σφαγεία άρχισαν να λειτουργούν στην περιοχή όταν ο Ταύρος ανήκε διοικητικά στο Δήμο Αθηναίων. Χρειάστηκαν πολλοί αγώνες από την πλευρά των κατοίκων, σε συνεργασία με τον Δήμο Ταύρου, προκειμένου να δοθεί μια λύση επωφελής για την περιοχή.

Η πύλη των Δημοτικών Σφαγείων όπως διασωζόταν 13 χρόνια μετά την οριστική παύση της λειτουργίας τους.

Σούτος, 1983, 167